οχτώ

Греческий

1-10: ένας
ένα
δύο
δυο
τρεις
τρία
τέσσερα πέντε έξι εφτά
επτά
οχτώ
οκτώ
εννέα
εννιά
δέκα
11-20: ένδεκα
ένtεκα
δώδεκα δεκατρία δεκατέσσερα δεκαπέντε δεκάξι
δεκαέξι
δεκαεφτά δεκαοχτώ
δεκαοκτώ
δεκαεννιά
δεκαεννέα
είκοσι
10-100: δέκα είκοσι τριάντα σαράντα πενήντα εξήντα εβδομήντα ογδόντα ενενήντα εκατό
εκατόν

Морфологические и синтаксические свойства

οχ·τώ

Числительное.

Произношение

Значение

  1. восемь ◆ Отсутствует пример употребления (см. рекомендации).

Синонимы

  1. οκτώ

Родственные слова

Этимология

От древнегреч. ὀκτώ.

This article is issued from Wiktionary. The text is licensed under Creative Commons - Attribution - Sharealike. Additional terms may apply for the media files.